Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαμέρισμα διαμερίσματα
γενική διαμερίσματος διαμερισμάτων
αιτιατική διαμέρισμα διαμερίσματα
κλητική διαμέρισμα διαμερίσματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαμέρισμα < διαμερίζω + -μα ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική appartement)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.a.ˈmɛ.ɾi.zma/ και /ðʝa.ˈmɛ.ɾi.zma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαμέρισμα ουδέτερο

  1. σύνολο δωματίων ενός πολυώροφου κτηρίου, με λειτουργική ενότητα που αποτελούν μία κατοικία
    συνώνυμα: απαρτμάν
  2. (γεωγραφία) μεγάλη γεωγραφική ενότητα, τμήμα μιας χώρας
  3. (πληροφορική) τμήμα της επιφάνειας ενός σκληρού δίσκου, ειδικά διαμορφωμένο για να υποδεχθεί ένα λειτουργικό σύστημα ή δεδομένα

ΥποκοριστικάΕπεξεργασία

ΜεγεθυντικάΕπεξεργασία

  • διαμερισματάρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία