Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

flat (en)

  1. διαμέρισμα (στο Η.Β.)
  2. (μουσική) ύφεση ( )
     αντώνυμα: sharp
    • double flat - διπλή ύφεση (  )

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

flat (en)

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

flat (en)

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία



Ολλανδικά (nl) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

flat (nl) ουδέτερο