Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τμήμα τα τμήματα
      γενική του τμήματος των τμημάτων
    αιτιατική το τμήμα τα τμήματα
     κλητική τμήμα τμήματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τμήμα < αρχαία ελληνική τμῆμα < τέμνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τμήμα ουδέτερο

  1. μέρος ενός συνόλου
    ρίζες ονομάζουμε το τμήμα του φυτού που βρίσκεται μέσα στο έδαφος
  2. υποδιαίρεση ενός συνόλου

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία