Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

section (en)

  1. ο τομέας
  2. (κατ’ επέκταση) η παράγραφος



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sɛk.sjɔ̃/
section 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

section (fr) θηλυκό

  1. ο τομέας, το τμήμα
  2. (κατ’ επέκταση) η παράγραφος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία