Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pan (en)

  1. το τηγάνι
  2. μικρή κατσαρόλα με μία λαβή



Ιαπωνικά (ja) Επεξεργασία

  ΜεταγραφήΕπεξεργασία

pan (rōmaji



Ιντερλίνγκουα (ia) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pan (ia)



Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pan (es) αρσενικό



Οξιτανικά (oc) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pan (oc) αρσενικό



Παλαιά γαλλικά (fro)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pan

  • δείτε τη λέξη pain



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

pan 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pan (pl) αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • χρησιμοποιείται σαν υποκείμενο (γραμματική), σε όλες τις πτώσεις και τους αριθμούς για τον σχηματισμό του πληθυντικού ευγενείας και εν γένει ευγενικής προσφώνησης
    może pan wie co tu się dzieje - ίσως ξέρετε τι συμβαίνει εδώ πέρα (κατά λέξη - ίσως ο κύριος γνωρίζει τι, εδώ, γίνεται)