Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pot (en)

  1. το δοχείο
  2. το ελάχιστο ποσό σε διάφορα παιχνίδια

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

pot (en)

  1. φυτεύω
  2. μαγειρεύω σε πήλινο δοχείο



Βασκικά (eu) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pot (eu)

  1. φιλί



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

pot 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pot (fr) αρσενικό

  1. το δοχείο
  2. (οικείο) η τύχη
    tu as du pot ! - έχεις τύχη

ΕκφράσειςΕπεξεργασία



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

pot 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pot (pl) αρσενικό

  1. ιδρώτας



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

pot (ro)

  1. 1ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος « a putea »
  2. 3ο πληθυντικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος « a putea »