Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οριστική < ελληνιστική κοινή ὁριστική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οριστική θηλυκό

  1. (γραμματική) έγκλιση του ρήματος που χρησιμοποιείται για να δηλωθεί το πραγματικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

οριστική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία