Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
κάσα (2)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάσα κάσες
γενική κάσας κασών
αιτιατική κάσα κάσες
κλητική κάσα κάσες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάσα < ιταλική cassa < λατινική capsa < capio < πρωτοϊταλικά *kapjō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kh₂pi-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάσα θηλυκό

  1. περιμετρική βάση στήριξης πόρτας / παραθύρου μέσω των μεντεσέδων
  2. συρτάρι με τυπογραφικά στοιχεία
    Όμως εκείνος στέκεται μπρος στην κάσα και στοιχειοθετεί, σα να μη μας ακούει. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)
  3. ξύλινο κιβώτιο που χρησιμοποιείται για μεταφορά
  4. (κατ’ επέκταση) κάθε κιβώτιο κατάλληλο για μεταφορά τροφίμων και ποτών
    φέρε μια κάσα μπίρες
    συνώνυμα: κασόνι
  5. (οικείο) το φέρετρο
    1. (χαρτοπαίγνια) το ταμείο
    2. (χαρτοπαίγνια) τα χρήματα με τα οποία συμμετέχει ο παίκτης στο παιχνίδι
  6. (παρωχημένο) το παιδί που μαζεύει τα χρήματα σε μια παρέα καλαντιστών
    «Τί μαλλώνετε, βρέ;» Τὰ δύο παιδιὰ ἀφῆκαν συγχρόνως διπλῆν πεπνιγμένην κραυγὴν καὶ ἐδόκιμασαν νὰ τραπῶσιν εἰς φυγὴν ἀφήνοντα τὸ φανάριον κατὰ γῆς. ᾽Αλλὰ τὸ παράδοξον ὄν μὲ τὸν πόδα ἀνέτρεψε τὸ φανάριον, τὸ ὁποῖον ἔσβησεν εὐθύς, καὶ μὲ τὰς δύο χεῖρας συνέλαβεν ἀπὸ τοὺς βραχίονας τὰ δύο τρέμοντα παιδία. «Ποιός εἶναι κάσα, βρέ;» Τὰ δύο παιδία ἤσπαιρον κι ἐδοκίμαζον νὰ φύγουν. «Μὴ φοβᾶσθε, δὲν σᾶς τρώω. Δῶστε μου τοὺς παράδες, σας γιὰ νὰ μὴ μαλώσετε καὶ σκοτωθῆτε. Καλὰ ποὺ βρέθηκα καὶ σᾶς γλύτωσα.» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της κοκόνας το σπίτι)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία