Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παίκτης < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παίκτης

  1. αυτός που συμμετέχει σε ομαδικό άθλημα
  2. άτομο που ασχολείται με τυχερά παιχνίδια
     συνώνυμα: τζογαδόρος
  3. άνθρωπος που συμμετέχει σε οτιδήποτε παιχνίδι
  4. αυτός που παίζει μουσικό όργανο, που παράγει μουσική με αυτό
     συνώνυμα: οργανοπαίκτης


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία