Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τυχερός < μεσαιωνική ελληνική τυχερός < αρχαία τυχηρός < τύχη

Ρίζα: Τυγχάνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τυχερός αρσενικό

  1. αυτός που έχει καλή τύχη
     συνώνυμα: καλότυχος, καλοφούρτουνος, ριζικάρης, σαββατογεννημένος, τυχεράκιας - (οικείο) κωλόφαρδος
    αντώνυμα: άτυχος, δύστυχος, έρμος, κακόμοιρος, καψερός, συφοριασμένος
  2. αυτός που φέρνει καλή τύχη, που διέπεται, εξαρτάται από την τύχη
    πολύ τυχερός είναι ο Γιώργος... έτυχε το τζόκερ!!!
     συνώνυμα:δείτε τη λέξη: γούρικος
    αντώνυμα:δείτε τη λέξη: γρουσούζης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία