Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κωλόφαρδος κωλόφαρδη κωλόφαρδο
γενική κωλόφαρδου κωλόφαρδης κωλόφαρδου
αιτιατική κωλόφαρδο κωλόφαρδη κωλόφαρδο
κλητική κωλόφαρδε κωλόφαρδη κωλόφαρδο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κωλόφαρδοι κωλόφαρδες κωλόφαρδα
γενική κωλόφαρδων κωλόφαρδων κωλόφαρδων
αιτιατική κωλόφαρδους κωλόφαρδες κωλόφαρδα
κλητική κωλόφαρδοι κωλόφαρδες κωλόφαρδα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κωλόφαρδος < κωλό- + φαρδύς + -ος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κωλόφαρδος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία