Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ψωμί τα ψωμιά
      γενική του ψωμιού των ψωμιών
    αιτιατική το ψωμί τα ψωμιά
     κλητική ψωμί ψωμιά
Παράρτημα
 
Ποικιλίες ψωμιού.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψωμί < μεσαιωνική ελληνική ψωμίν < ψωμίον (κομματάκι) < αρχαία ελληνική ψωμός < ψώω (τρίβω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /psɔˈmi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψωμί ουδέτερο

  1. (τρόφιμα) είδος φαγητού που φτιάχνεται από αλεύρι, νερό και άλλα υλικά, και ψήνεται στον φούρνο, ο άρτος
    που δεν ζει κανείς μόνο με ψωμί και νερό!
  2. το μεροκάματο
    δουλεύει για να βγάλει το ψωμί του.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • Ψωμί δεν έχουνε, τυρί ζητάνε

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία