Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ψωμόλυσσα οι ψωμόλυσσες
      γενική της ψωμόλυσσας
    αιτιατική την ψωμόλυσσα τις ψωμόλυσσες
     κλητική ψωμόλυσσα ψωμόλυσσες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψωμόλυσσα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψωμόλυσσα θηλυκό

  1. πολύ μεγάλη πείνα
  2. (συνεκδοχικά) αυτός που πεινάει πάρα πολύ
     συνώνυμα: πειναλέος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία