Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λαδόψωμο < λάδι + ψωμί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λαδόψωμο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία