Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μεροκάματο τα μεροκάματα
      γενική του μεροκάματου των μεροκάματων
    αιτιατική το μεροκάματο τα μεροκάματα
     κλητική μεροκάματο μεροκάματα
όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μέρα και καμα ετυμολογία}}

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεροκάματο ουδέτερο (πληθυντικός μεροκάματα)

  1. το ημερομίσθιο, η αμοιβή για μια ημέρα εργασίας
  2. το ημερομίσθιο, το να έχει εργαστεί κάποιος για μια ημέρα
    δεν έχει κάνει ακόμα 50 μεροκάματα για να βγάλει βιβλιάριο υγείας στο ΙΚΑ
  3. (κατ' επέκταση) η κοπιαστική δουλειά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία