Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κάματος οι κάματοι
      γενική του κάματου
καμάτου
των κάματων
καμάτων
    αιτιατική τον κάματο τους κάματους
καμάτους
     κλητική κάματε κάματοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάματος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κάματος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάματος αρσενικό

  • σωματική ή ψυχική κούραση
    ※  Κάματος εἶναι ποὺ μιλᾶ στενόχωρα καὶ κάψα. ({{w:|Νίκος Καββαδίας}}, Μουσώνας)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάματος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κάματος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάματος αρσενικό

  1. κόπος, μόχθος
  2. προσπάθεια
  3. κούραση
  4. (οικονομία) τόκος
  5. εργασία
  6. μισθός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
κᾰμᾰτο-
ονομαστική κάματος οἱ κάματοι
      γενική τοῦ καμάτου τῶν καμάτων
      δοτική τῷ καμάτ τοῖς καμάτοις
    αιτιατική τὸν κάματον τοὺς καμάτους
     κλητική ! κάματε κάματοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  καμάτω
γεν-δοτ τοῖν  καμάτοιν
2η κλίση, ομάδα 'θρίαμβος', Κατηγορία όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάματος, ήδη ομηρικό < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάματος αρσενικό

  1. μόχθος
  2. κόπος
    ※  οὐδεὶς κάματος εὐσεβεῖν θεούς. (Πλούταρχος, Πῶς δεῖ τὸν νέον ποιημάτων ἀκούειν, 20, D9)
  3. ωδίνες
  4. ασθένεια
  5. ό,τι κερδίζουμε με κόπο
  6. το αποτέλεσμα κοπιαστικής προσπάθειας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

  ΠηγέςΕπεξεργασία