Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εξάντληση οι εξαντλήσεις
      γενική της εξάντλησης
& εξαντλήσεως
των εξαντλήσεων
    αιτιατική την εξάντληση τις εξαντλήσεις
     κλητική εξάντληση εξαντλήσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξάντληση < ελληνιστική κοινή ἐξάντλησις < αρχαία ελληνική ἐξαντλέω / ἐξαντλῶ < ἀντλέω < ἄντλος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική épuisement)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ε.ˈksan.dli.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εξάντληση θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία