Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έρευνα οι έρευνες
      γενική της έρευνας των ερευνών
    αιτιατική την έρευνα τις έρευνες
     κλητική έρευνα έρευνες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έρευνα < αρχαία ελληνική ἔρευνα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈe.ɾev.na/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έρευνα θηλυκό

  1. (επιστήμη) η εξέταση στοιχείων με σκοπό την επιβεβαίωσή τους ή η αναζήτηση νέων δεδομένων
    οι έρευνες του τομέα πυρηνικής φυσικής περιστρέφονται τώρα γύρω από το ζήτημα της αντιύλης
    • (γενικότερα) ο συστηματικός τρόπος επίλυσης των επιστημονικών προβλημάτων
    • (ειδικότερα) συγκεκριμένη μελέτη
      εγκατέλειψε τη διδασκαλία για να αφοσιωθεί στην έρευνα
  2. η καταγραφή στατιστικών δεδομένων που σχετίζονται με ένα συγκεκριμένο σύνολο προσώπων
    οι εταιρείες δημοσκοπήσεων διενεργούν έρευνες συνήθως σε προεκλογική περίοδο
  3. η συστηματική αναζήτηση ενός προσώπου ή αντικειμένου σε ένα χώρο
    η αστυνομία έκανε έρευνα σε σπίτια υπόπτων
    κανένα νεότερο από τις έρευνες για την ανακάλυψη των αγνοούμενων ορειβατών
  4. η διερεύνηση μιας υπόθεσης (πχ αστυνομικής φύσεως) με σκοπό την ανακάλυψη της αλήθειας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία