Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μείωση μειώσεις
γενική μείωσης
& μειώσεως
μειώσεων
αιτιατική μείωση μειώσεις
κλητική μείωση μειώσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μείωση < μειώνω < μείων

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μείωση θηλυκό

  1. το να κάνω κάτι μικρότερο ή λιγότερο· το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας.
    Είναι επιτακτική ανάγκη η μείωση των ρύπων από τα οχήματα.
  2. (βιολογία) είδος κυτταρικής διαίρεσης κατά την οποία τα κύτταρα που προκύπτουν έχουν το μισό αριθμό χρωμοσωμάτων από το αρχικό.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία