Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μίτωση οι μιτώσεις
      γενική της μίτωσης
& μιτώσεως
των μιτώσεων
    αιτιατική τη μίτωση τις μιτώσεις
     κλητική μίτωση μιτώσεις
Παράρτημα
Αλληλουχία μίτωσης

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μίτωση < αγγλική mitosis < αρχαία ελληνική μίτος + -ωσις (-ωση)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /'mi.tɔ.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μίτωση θηλυκό

  • (βιολογία) τρόπος διαίρεσης του πυρήνα των κυττάρων, σε τέσσερις φάσεις, όπου και παράγονται δύο θυγατρικά κύτταρα, χωρίς ν΄ αλλάζει ο αριθμός των χρωμοσωμάτων.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία