Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αύξηση αυξήσεις
γενική αύξησης
& αυξήσεως
αυξήσεων
αιτιατική αύξηση αυξήσεις
κλητική αύξηση αυξήσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αύξηση < αρχαία ελληνική αὔξησις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αύξηση θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αυξάνω, η πρόκληση ανόδου στην ποσότητα ή στην αριθμητική τιμή
    η πιθανή αύξηση του πληθωρισμού είναι ανησυχητικό στοιχείο
  2. (γραμματική) μορφολογικό στοιχείο των παρελθοντικών χρόνων στα αρχαία και στα νέα ελληνικά
    1. συλλαβική αύξηση: η πρόσθεση ενός ε- ή πριν το θέμα της λέξης, όταν αυτό αρχίζει από σύμφωνο, π.χ. βάζω, έβαζα, θέλω, ήθελα
    2. χρονική αύξηση: η τροπή του αρχικού βραχέος φωνήεντος σε μακρό (στα αρχαία ελληνικά, π.χ. ὁρίζω, ριζον)
    3. εσωτερική αύξηση: η αύξηση που εμφανίζεται μετά την πρόθεση σε σύνθετα ρήματα, πχ. καταγράφω, κατέγραψα)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία