Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άνοδος άνοδοι
γενική ανόδου ανόδων
αιτιατική άνοδο ανόδους
κλητική άνοδε
άνοδο*
άνοδοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άνοδος < αρχαία ελληνική ἄνοδος < ὁδός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άνοδος θηλυκό

  1. ανέβασμα, ανύψωση, πορεία προς τα πάνω
    • Το ένα ρεύμα κυκλοφορίας ενός δρόμου διπλής κατεύθυνσης
  2. (για μεγέθη) η αύξηση
    η θερμοκρασία θα παρουσίασει άνοδο
  3. (μεταφορικά) η αύξηση της δύναμης, της επιρροής, της ακτινοβολίας ενός κράτους, ενός πολιτισμού, μιας ιδεολογίας κλπ

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία