Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάθοδος κάθοδοι
γενική καθόδου καθόδων
αιτιατική κάθοδο καθόδους
κλητική κάθοδε
κάθοδο*
κάθοδοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάθοδος < αρχαία ελληνική κάθοδος < κατά + ὁδός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈka.θɔ.ðɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάθοδος θηλυκό

  1. η πορεία με κατεύθυνση προς τα κάτω ή προς τη θάλασσα
  2. η πορεία με κατεύθυνση προς τον νότο
  3. μονόδρομος στον οποίο τα οχήματα κινούνται (συνήθως) από υψηλότερο προς χαμηλότερο σημείο
  4. (φυσική) το αρνητικό ηλεκτρόδιο στη διαδικασία της ηλεκτρόλυσης
  5. η συμμετοχή ενός υποψηφίου στις εκλογές

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία