Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καθοδικός η καθοδική το καθοδικό
      γενική του καθοδικού της καθοδικής του καθοδικού
    αιτιατική τον καθοδικό την καθοδική το καθοδικό
     κλητική καθοδικέ καθοδική καθοδικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καθοδικοί οι καθοδικές τα καθοδικά
      γενική των καθοδικών των καθοδικών των καθοδικών
    αιτιατική τους καθοδικούς τις καθοδικές τα καθοδικά
     κλητική καθοδικοί καθοδικές καθοδικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθοδικός < κάθοδος + -ικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.θo.ðiˈkos/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ka.θo.ðiˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ka.θo.ðiˈko/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καθοδικός

  1. έχει κατεύθυνση προς τα κάτω
    η επίδοσή του στα διαγνωνίσματα παρουσιάζει καθοδική πορεία
  2. που έχει κατεύνθση προς το κέντρο της πόλης ή προς τη θάλασσα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία