Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αρνητικός αρνητική αρνητικό
γενική αρνητικού αρνητικής αρνητικού
αιτιατική αρνητικό αρνητική αρνητικό
κλητική αρνητικέ αρνητική αρνητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρνητικοί αρνητικές αρνητικά
γενική αρνητικών αρνητικών αρνητικών
αιτιατική αρνητικούς αρνητικές αρνητικά
κλητική αρνητικοί αρνητικές αρνητικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρνητικός < ελληνιστική κοινή ἀρνητικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αρνητικός

  1. που είναι αποφατικός, αρνείται κάτι συγκεκριμένο, δίνει αρνητική απάντηση
    Του ζήτησα δανεικά αλλά ήταν αρνητικός
  2. ο αντίθετος του θετικού, όχι απαραιτήτως δυσάρεστος και κακός
    Ο αρνητικός πόλος της μπαταρίας
    Οι αρνητικοί αριθμοί
    Εχει αίμα ρέζους αρνητικό
    Τα αποτελέσματα του τεστ ήταν αρνητικά (δεν βρέθηκε συνεπώς το "κακό" που ανεζητείτο)
  3. ο αντίθετος του επιθυμητού, του επιδιωκόμενου
    Η πορεία της οικονομίας ήταν αρνητική
    Το κλίμα ήταν αρνητικό


  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  • αρνητικό ως ουσιαστικό (το αρνητικό του φιλμ)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία