Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αρνητικός η αρνητική το αρνητικό
      γενική του αρνητικού της αρνητικής του αρνητικού
    αιτιατική τον αρνητικό την αρνητική το αρνητικό
     κλητική αρνητικέ αρνητική αρνητικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αρνητικοί οι αρνητικές τα αρνητικά
      γενική των αρνητικών των αρνητικών των αρνητικών
    αιτιατική τους αρνητικούς τις αρνητικές τα αρνητικά
     κλητική αρνητικοί αρνητικές αρνητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρνητικός < ελληνιστική κοινή ἀρνητικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αρνητικός

  1. που είναι αποφατικός, αρνείται κάτι συγκεκριμένο, δίνει αρνητική απάντηση
    Του ζήτησα δανεικά, αλλά ήταν αρνητικός
  2. ο αντίθετος του θετικού, όχι απαραιτήτως δυσάρεστος και κακός
    Ο αρνητικός πόλος της μπαταρίας
    Οι αρνητικοί αριθμοί
    Έχει αίμα ρέζους αρνητικό
    Τα αποτελέσματα του τεστ ήταν αρνητικά (δε βρέθηκε συνεπώς το "κακό" που ανεζητείτο)
  3. ο αντίθετος του επιθυμητού, του επιδιωκόμενου
    Η πορεία της οικονομίας ήταν αρνητική
    Το κλίμα ήταν αρνητικό
  4. (μαθηματικά) αριθμός μικρότερος του μηδενός


Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • αρνητικό ως ουσιαστικό (το αρνητικό του φιλμ)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία