Ετυμολογία

επεξεργασία
augmentation < (κληρονομημένο) μέση αγγλική augmentation < παλαιά γαλλική augmentacion < λατινική augmentatio

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
augmentation augmentations

augmentation (en)

  1. αυξητική, αύξηση
  2. ενίσχυση, υπερτόνιση, υπερτονισμός, έμφαση, τονισμός



  Ετυμολογία

επεξεργασία
augmentation < λείπει η ετυμολογία

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /?/

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
augmentation augmentations

augmentation (fr) θηλυκό

Συνώνυμα

επεξεργασία

Αντώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία