Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική αὔξησις αὐξήσει αὐξήσεις
Γενική αὐξήσεως αὐξησέοιν αὐξήσεων
Δοτική αὐξήσει αὐξησέοιν αὐξήσεσι(ν)
Αιτιατική αὔξησιν αὐξήσει αὐξήσεις
Κλητική αὔξησι αὐξήσει αὐξήσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αὔξησις < αὔξω και αὐξάνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αὔξησις θηλυκό

  1. η ανάπτυξη
  2. το μεγάλωμα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία