Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

reduction (en)

  1. μείωση
  2. (χημεία) αναγωγή
  3. (μαθηματικά) απλοποίηση, η επαναδιατύπωση μιας μαθηματικής έκφρασης με απλούστερη μορφή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία