Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μείον < αρχαία ελληνική μεῖον

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

μείον

  1. (μαθηματικά) στην πράξη της αφαίρεσης προηγείται του αφαιρετέου
    ένα μείον ένα ίσον μηδέν (1 - 1 = 0)
      συνώνυμα: πλην
  2. (μαθηματικά) προηγείται των αρνητικών αριθμών
    η θερμοκρασία έπεσε στους μείον πέντε (-5° C)
      συνώνυμα: κάτω από το μηδέν, υπό το μηδέν

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μείον ουδέτερο

  1. (μαθηματικά) ουσιαστικοποιημένο επίρρημα: το σύμβολο της αφαίρεσης και των αρνητικών αριθμών
    ενώ έλυσες σχεδον σωστά την άσκηση, στο τέλος ξέχασες να βάλεις το μείον. Το σωστό αποτέλεσμα είναι -5 και όχι 5.
  2. το αρνητικό χαρακτηριστικό σε κάποιον ή κάτι
    είναι γενικά καλός άνθρωπος, αλλά έχει ένα μεγάλο μείον: ξεχνάει εύκολα τις υποχρεώσεις του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία