Γαλλικά (fr) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

abattement < abattre + -ment

  Προφορά επεξεργασία

ΔΦΑ : /a.bat.mɑ̃/
 

  Ουσιαστικό επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
abattement abattements

abattement (fr) αρσενικό