Ελληνικά (el) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική μείωσις μειώσει μειώσεις
Γενική μειώσεως μειωσέοιν μειώσεων
Δοτική μειώσει μειωσέοιν μειώσεσι(ν)
Αιτιατική μείωσιν μειώσει μειώσεις
Κλητική μείωσι μειώσει μειώσεις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μείωσις θηλυκό