Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓      πληθυντικός  
ονομαστική οι ωδίνες
      γενική των ωδίνων
    αιτιατική τις ωδίνες
     κλητική ωδίνες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωδίνες < αρχαία ελληνική ὠδίς, γενική ὠδῖνος, ασαφούς και αβέβαιης ετυμολογίας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ωδίνες θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό (ο ενικός ωδίνα σπάνιος)

  1. οι πόνοι στην αρχή και κατά την διάρκεια του τοκετού
    άρχισαν οι πρώτες ωδίνες (πλησιάζει ο τοκετός)
  2. (μεταφορικά)
    αρχή ωδίνων (προμηνύονται σοβαρές δυσχέρειες)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία