Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωδινώμαι < αρχαία ελληνική ὠδίνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ωδινώμαι

  1. στενάζω
  2. αγωνιώ


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία