Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τοκετός οι τοκετοί
      γενική του τοκετού των τοκετών
    αιτιατική τον τοκετό τους τοκετούς
     κλητική τοκετέ τοκετοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τοκετός < αρχαία ελληνική τοκετός < τίκτω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /to.ceˈtos/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τοκετός αρσενικό

  1. (ιατρική) η διαδικασία με την οποία γεννιέται ένα παιδί, καθώς εξέρχεται από το σώμα της μητέρας του με τις εξωθήσεις της μήτρας, η γέννα
    φυσιολογικός / πρόωρος τοκετός
  2. (μεταφορικά) το στάδιο κατά το οποίο κάτι αποκτά ύπαρξη

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία