Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ύπαρξη οι υπάρξεις
      γενική της ύπαρξης
& υπάρξεως
των υπάρξεων
    αιτιατική την ύπαρξη τις υπάρξεις
     κλητική ύπαρξη υπάρξεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ύπαρξη < αρχαία ελληνική ὕπαρξις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ύπαρξη θηλυκό

  1. το γεγονός του υπάρχω
    η ύπαρξη ζωής σε άλλον πλανήτη
  2. η ανθρώπινη ζωή, η υπόσταση
    τα μυστήρια της ύπαρξης
  3. κάθε ζωντανό ον και κυρίως ο άνθρωπος
    δυο νεαρές υπάρξεις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία