Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

υπάρχω < αρχαία ελληνική ὑπάρχω

  Προφορά επεξεργασία

ΔΦΑ : /iˈpaɾ.xo/

  Ρήμα επεξεργασία

υπάρχω

  1. έχω υπόσταση, συνιστώ μια οντότητα
    σκέφτομαι, άρα υπάρχω
  2. ζω
    σε άλλους πλανήτες υπάρχουν άνθρωποι;
  3. υφίσταμαι
    έντονη ανησυχία υπάρχει για το μέλλον
  4. βρίσκομαι κάπου
    μήπως υπάρχει βιβλιοπωλείο εδώ κοντά;
  5. (στον αόριστο, με κατηγορούμενο) διατελώ, είμαι
    ο θείος μου υπήρξε πρόεδρος του σωματείου
  6. έχω αξία για κάποιον, είμαι κάτι σημαντικό
    το παρελθόν δεν υπάρχει πια για μένα

Εκφράσεις επεξεργασία

Συγγενικές λέξεις επεξεργασία

Σύνθετα επεξεργασία

Κλίση επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία