Arrows blue.png Δείτε επίσης: ὑφίσταμαι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υφίσταμαι < αρχαία ελληνική ὑφίσταμαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

υφίσταμαι

  1. υπάρχω
  2. υποβάλλομαι, δέχομαι (συνήθως κάτι δυσάρεστο, αρνητικό ή καταπιεστικό)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία