Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποβάλλομαι < υποβάλλω

  ΡήμαΕπεξεργασία

υποβάλλομαι

  1. κατατίθεμαι σε αρμόδια υπηρεσία
    το έγγραφο υποβλήθηκε εν καιρώ
  2. υποχρεώνομαι να κάνω κάτι, είμαι υποχρεωμένος να κάνω κάτι
    ο πατέρας του υποβλήθηκε σε εγχείρηση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία