Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπόκειμαι < αρχαία ελληνική ὑπόκειμαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /iˈpo.ci.me/

  ΡήμαΕπεξεργασία

υπόκειμαι

  1. βρίσκομαι κάτω από κάτι
  2. καθορίζομαι από κάποιον / κάτι σε σχέση εξάρτησης με την εξουσία / δικαιοδοσία / αρμοδιότητά του
    οι υπάλληλοι υπόκεινται στον έλεγχο των διευθυντών τους
  3. επιδέχομαι, μπορώ να υποστώ κάτι
    η περίπτωση αυτή υπόκειται σε αξιόλογηση
  4. (ειδικότερα) αποτελώ υποθετική βάση συλλογισμού ή επιχειρήματος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία