Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

subject (en)

  1. υποκείμενος
    Menu listings and prices are subject to change.
    The local board sets local policy, subject to approval from the State Board.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

subject (en)

  1. το θέμα
  2. (γραμματική) το υποκείμενο
  3. ο υπήκοος

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

  • συνηθέστερη διατύπωση: ...on a subject[1]

  ΡήμαΕπεξεργασία

subject (en)

  1. υποβάλλω