Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

matter (en)

  1. ύλη
  2. ζήτημα, θέμα, λόγος ανησυχίας

  ΡήμαΕπεξεργασία

matter (en)

  1. (στο γ' πρόσωπο) νοιάζει, πειράζει