Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

issue (en)

  1. ζήτημα, θέμα
  2. τεύχος, έκδοση
  3. issuing: μεταφορά αριστοκρατικού τίτλο σε απόγονο (εάν προβλέπεται νομικά)
  4. ...

  ΡήμαΕπεξεργασία

issue (en)

  1. εκδίδω (πχ επίσημα έγγραφα, διαβατήρια, χαρτονόμισμα κλπ αλλά και βιβλία, έντυπα, αφίσες κτλ)
  2. μεταφέρω αριστοκρατικό τίτλο σε απόγονό μου (εάν προβλέπεται νομικά)



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

issue < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /?/
issue 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
issue issues

issue (fr) θηλυκό

  1. η διέξοδος
  2. sans issue - αδιέξοδος
  3. η έκβαση