Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδιέξοδος < αρχαία ελληνική ἀδιέξοδος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αδιέξοδος -η -ο

  • που δεν έχει διέξοδο, που δεν οδηγεί πουθενά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία