Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

έκβαση < καθαρεύουσα έκβασις < ελληνιστική κοινή ἔκβασις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έκβαση θηλυκό

Ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο ολοκληρώνεται μια διαδικασία, προσπάθεια, αγώνας κ.λπ.

Το πώς τελειώνει ή το πού καταλήγει μια υπόθεση, διαδικασία·

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία