Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η έκδοση οι εκδόσεις
      γενική της έκδοσης* των εκδόσεων
    αιτιατική την έκδοση τις εκδόσεις
     κλητική έκδοση εκδόσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, εκδόσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έκδοση < αρχαία ελληνική ἔκδοσις < ἐκδίδωμι < ἐκ + δίδωμι < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *dédeh₃- < *deh₃- (δίνω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈek.ðo.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: έκ‐δο‐ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έκδοση θηλυκό

  1. το σύνολο των ενεργειών που απαιτούνται για την εκτύπωση και τη διάθεση στη κυκλοφορία ενός εντύπου, βιβλίου, περιοδικού ή εφημερίδας.
    Η έκδοση του βιβλίου του συνάντησε την αδιαφορία του κοινού.
  2. το σύνολο των αντιτύπων ενός βιβλίου που προέρχονται από την ίδια στοιχειοθεσία.
    Η νεότερη έκδοση του βιβλίου με διορθώσεις και βελτιώσεις.
  3. η κριτική εργασία που απαιτείται για να εκδοθεί το κείμενο αρχαίων συγγραφέων.
    Ο Αδαμάντιος Κοραής ασχολήθηκε με την έκδοση αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων.
  4. (στον πληθυντικό)) εκδοτικός οίκος
    Οι εκδόσεις Ίκαρος εξέδωσαν τα ποιήματα του Γ. Σεφέρη.
  5. η σύνταξη, εκτύπωση και παράδοση στον δικαιούχο προσωπικών εγγράφων, π.χ. ταυτότητας, διαβατηρίου
    Οι αστυνομικές αρχές είναι υπεύθυνες για την έκδοση διαβατηρίων.
  6. (οικονομία) η εκτύπωση και διάθεση στην κυκλοφορία χαρτονομισμάτων
  7. Η σύνταξη και ανακοίνωση μιας απόφασης.
    Η έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου θα καθυστερήσει.
  8. η παράδοση ενός κρατουμένου στις δικαστικές αρχές μιας άλλης χώρας για να δικαστεί.
  9. (πληροφορική) version: παραλλαγή λογισμικού (software) ή υλισμικού (hardware)
    → δείτε τη λέξη αναθεώρηση
    Δείτε επίσης: κύκλος ζωής έκδοσης λογισμικού στην Βικιπαίδεια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια