Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας δίδωμι δίδομαι
Παρατατικός ἐδίδουν ἐδιδόμην
Μέλλοντας δώσω δώσομαι & δοθήσομαι
Αόριστος ἔδωκα ἐδόμην & ἐδόθην
Παρακείμενος δέδωκα δέδομαι
Υπερσυντέλικος ἐδεδώκειν ἐδεδόμην
Συντελ.Μέλλ. δεδωκώς ἔσομαι δεδομένος ἔσομαι


  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίδωμι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dédeh₃- < *deh₃- (δίνω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

δίδωμι

  1. δίνω, παραδίδω
  2. δωρίζω, χαρίζω
  3. προσφέρω
  4. παραχωρώ
  5. επιτρέπω
  6. αφιερώνω

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία