Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαρίζω < ελληνιστική κοινή χαρίζω / χαρίζομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

χαρίζω

  1. προσφέρω ως δώρο αντικείμενο ή αφηρημένη έννοια ή ζώο. Δίνω κάτι χωρίς να περιμένω αντάλλαγμα
    "Αχ, μ' αρέσει το στιλό σου. Μου το χαρίζεις;"
  2. απαλλάσσω από υποχρέωση, ποινή, οικονομικό χρέος
    "το δικαστήριο του χάρισε την ποινή"
    "Πρόσεχε με δαύτον. Δεν χαρίζει" (για αυστηρούς ή τσιγκούνηδες)

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • δεν χαρίζει κάστανα: δεν συγχωρεί εύκολα, δεν κάνει χάρες

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία