Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραδίδωμι < παρά + δίδωμι

  ΡήμαΕπεξεργασία

παραδίδωμι

  1. παραδίδω κάτι σε κάποιον
  2. παραδίδω πόλη ή πρόσωπο στη δικαιοδοσία άλλου
  3. παραδίδω κάποιον στη δικαιοσύνη
  4. παραδίδω κάτι στις επόμενες γενιές, μεταβιβάζω σε αυτές κάτι που αποτελεί παράδοση
  5. παραδίδω, διδάσκω
  6. επιτρέπω
  7. εμπιστεύομαι
  8. παραχωρώ
  9. προσφέρω
  10. επιτρέπω

ΚλίσηΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883