Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εμπιστεύομαι < μεταγενέστερη ελληνική ἐμπιστεύομαι < ἐν + πιστεύω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛɱ.bi.ˈstɛ.vɔ.mɛ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

εμπιστεύομαι

  1. (με αιτιατική προσώπου) έχω εμπιστοσύνη σε κάποιον
    δεν μπορεί κανείς να τον εμπιστευτεί, δεν τηρεί ποτέ το λόγο του
  2. (με αιτιατική και γενική ή εμπρόθετο) αφήνω κάτι στη φύλαξη κάποιου στον οποίο έχω εμπιστοσύνη
    ο καταζητούμενος εξαπάτησε πολλούς που του εμπιστεύτηκαν τα χρήματά τους

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία