Arrows blue.png Δείτε επίσης: Vertrauen

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

vertrauen (de) (+ δοτική)

  1. (αμετάβατο) εμπιστεύομαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία